* Δημοσιεύτηκε 23 /6 /2014 στην "Πρωϊνή" Εφημερίδα της Καβάλας
Η καταμηνυόμενη
ή ανακοινούμενη αξιόποινη πράξη ή
πειθαρχική παράβαση θα πρέπει να είναι
πρόσφορη να προκαλέσει την έγερση της
ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης του άλλου.
Δεν είναι πρόσφορη να προκαλέσει τη
ποινική δίωξη η καταμήνυση ή ανακοίνωση,
αν από το περιεχόμενό της προκύπτει
λόγος που εμποδίζει την έγερση της
δίωξης. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι
λόγοι που αίρουν το άδικο, καταλογισμό,
αξιόποινο κ.λ.π λόγοι μόνο, όπως είπαμε,
εάν προκύπτουν από την ίδια μήνυση.
Ενόψει του ότι
ο νόμος δεν κάνει διάκριση, θα πρέπει
να γίνει δεκτό πως αρκεί αξιόποινη πράξη
οποιασδήποτε βαρύτητας, δηλαδή ακόμη
και πταίσμα.
Αντικείμενο
του εγκλήματος είναι υφιστάμενο ορισμένο
πρόσωπο ή περισσότερα πρόσωπα συγχρόνως
και όχι αόριστα πρόσωπα.
Αποκλείεται η
υπαγωγή στην ψευδή καταμήνυση της
αυτοκαταγγελίας, διότι ρητώς η παραπάνω
διάταξη αναφέρεται στην λέξη "άλλος".
Το πρόσωπο αυτό, ο άλλος, θα πρέπει να
είναι ορισμένο, δηλαδή να κατονομάζεται
ρητά, και να γίνεται η περιγραφή του με
τέτοιον τρόπο ούτως ώστε να είναι εφικτή
η αναγνώρισή του και να δίνεται η
δυνατότητα της ποινικής του δίωξης από
την αρμόδια αρχή με βάσει τα στοιχεία
που παρέχονται.
Η ψευδή καταμήνυση
ή ανακοίνωση πρέπει να γίνεται ενώπιον
αρμόδιας αρχής. Γίνεται δεκτό ότι αρκεί
και η υποβολή σε αναρμόδια αρχή, όταν
αυτή έχει υποχρέωση διαβίβασης στην
αρμόδια αρχή. Δράστης του εγκλήματος
(ενεργητικό υποκείμενο) μπορεί να είναι
και δημόσιος υπάλληλος και μάλιστα
εκείνος, που έχει υποχρέωση από την
υπηρεσία του να καταμηνύσει κάποιον.
Απαιτείται και
άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει
αναγκαίως την γνώση με την έννοια της
βεβαιότητας ότι η γενόμενη καταμήνυση
είναι ψευδής. Ο υπαίτιος θα πρέπει να
γνώριζε την αναλήθεια της πράξης
(αξιόποινη πράξης ή πειθαρχική παράβασης)
και να έγινε από αυτόν με σκοπό να
ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη
εναντίον εκείνου, κατά του οποίου
στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.